Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

άρθρο: Για την έξοδο από την πολλαπλή κρίση

Εξαιρετική ανάλυση, του Καθηγητή κ.Δημήτρη Χατζηνικολάου
Έχουν γίνει διάφορες προτάσεις για την έξοδο από την πολλαπλή κρίση που μαστίζει τη χώρα. Απ’ όσες υπέπεσαν στην αντίληψή μου, ωστόσο, νομίζω ότι οι περισσότερες είναι είτε ευχολόγια (βελτιώσεις στο πολιτικό σύστημα, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και του ρουσφετιού κτλ.) είτε λύσεις που είναι μεν αναγκαίες και ρεαλιστικές (άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, απελευθέρωση της αγοράς εργασίας κτλ.), αλλά αν ποτέ εφαρμοστούν, τα αποτελέσματά τους θα αργήσουν να φανούν.

Μία από τις προτεινόμενες λύσεις, η έξοδος από την ευρωζώνη και η επιστροφή στη δραχμή, η οποία αναμένεται να βγάλει τη χώρα από την κρίση σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, δεν έχει εξεταστεί με τη σοβαρότητα που θα της άξιζε. Τα επιχειρήματα που ακούγονται είναι τουλάχιστον ελλιπή και υπερτονίζουν τα αρνητικά αυτής της λύσεως, ενώ υποβαθμίζουν, ή ούτε καν αναφέρουν, όλα τα θετικά. Συνήθως αναφέρονται αορίστως κάποια “νομικά προβλήματα” και ακούγονται αφορισμοί, όπως ότι “η επιστροφή στη δραχμή θα μας γυρίσει 50 χρόνια πίσω”! Επιπλέον, οι υποστηρικτές της παραμονής μας στην ευρωζώνη δεν έχουν μία αξιόπιστη πρόταση για το πώς θα βγει η χώρα από την οικονομική κρίση και την κρίση χρέους, χωρίς να ξεπουληθεί η χώρα. Το παρόν άρθρο προσπαθεί να αναδείξει κάποιες θέσεις που δεν έχουν προβληθεί επαρκώς μέχρι τώρα.

Πρώτον, για να μπει η χώρα σε τροχιά εθνικής αξιοπρέπειας, αναπτύξεως και ελπίδας, πρέπει οπωσδήποτε να φύγει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Δεν γνωρίζω στα σίγουρα αν οι ενέργειές της είναι απλώς εσφαλμένοι χειρισμοί ή εσκεμμένη προδοσία. Αυτό θα το κρίνει το δικαστήριο, όταν εκδικαστεί η μήνυση του κ. Δ. Αντωνίου για εσχάτη προδοσία αυτών που ψήφισαν το μνημόνιο Ι. Το σίγουρο είναι ότι έχουν βάλει τη χώρα σε τροχιά εθνικής υποτέλειας και οικονομικής καταστροφής. Ο τόπος χρειάζεται κυβέρνηση προσωπικοτήτων με εγνωσμένο κύρος.

Δεύτερον, θα πρέπει να καταγγείλουμε το χρέος ως επαχθές και ως δημιουργηθέν από τους ίδιους τους τοκογλύφους σε συνεργασία με τους εδώ τοποτηρητές τους, οι οποίοι λειτούργησαν και εξακολουθούν να λειτουργούν ως “οικονομικοί δολοφόνοι” (economic hitmen), αλά John Perkins (βλ. διαδίκτυο). Υπήρξαν πολλά δημοσιεύματα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα οποία έδειχναν ότι από τότε η χώρα είχε χρεοκοπήσει. Χάριν παραδείγματος, το 1990, ο πρωθυπουργός της οικουμενικής κυβερνήσεως (Νοέμβριος 1989 - Απρίλιος 1990) και καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας έκανε την ακόλουθη δήλωση: “Έχουμε φτωχύνει και πρέπει αυτό να γίνει κοινή συνείδηση” (“Το Βήμα”, 9-12-1990, σ. Δ2-Δ3). Πολλοί άλλοι έκαναν επίσης λόγο για πτώχευση και ανάγκη αναδιαπραγματεύσεως του χρέους και έγραφαν άρθρα με τίτλους όπως “Η πτώχευση είναι εδώ!” (βλ. “Οικονομικός”, 1-3-1990, σ. 14,∙14-2-1991, σ. 11, και 10-10-1991, σ. 16-17). Τέλος, ας αναφέρουμε και τον τίτλο του κυρίου άρθρου της γαλλικής εφημερίδος “Μοντ” της 1 Οκτωβρίου 1990: “Η Ελλάς βαδίζει προς το χάος” (βλ. “Οικονομικός”, 8-11-1990, σ. 92). Συνεπώς, το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι: Εφόσον οι τοκογλύφοι γνώριζαν ότι η Ελλάς είχε ουσιαστικώς πτωχεύσει από το 1990, τότε γιατί συνέχιζαν να της δανείζουν; Μήπως διότι εποφθαλμιούσαν τον πλούτο της;
Σε αυτό το σημείο τίθεται ένα ερώτημα: Γιατί άραγε, τώρα που η χώρα μας βρίσκεται σε εσχάτη ανάγκη, δεν καθορίζεται η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) με την Κύπρο, όπως τονίζει ο Στρατηγός Ν. Καρατουλιώτης, προκειμένου να αρχίσει η εκμετάλλευση του υποθαλασσίου πλούτου του στο Αιγαίο; Τίθεται επίσης το εξής (συναφές με το προηγούμενο) ερώτημα: Όταν το τεράστιο γερμανικό χρέος (το οποίο έχει εκτιμηθεί ότι υπερβαίνει τα 500 δισ. ευρώ) προς την Ελλάδα (πολεμικές αποζημιώσεις + το αναγκαστικό δάνειο) παραμένει επί 70 χρόνια απλήρωτο, γιατί όλοι οι Έλληνες να στηθούν και πάλι στον τοίχο για χρήματα που έφαγαν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί και οι “ημέτεροί” τους;

Τρίτον, για να βγούμε από την ύφεση και την κρίση χρέους και για να αποφύγουμε το ξεπούλημα της Ελλάδος σε τιμή ευκαιρίας, το οποίο έχει ήδη αρχίσει, πρέπει να βγούμε από την ευρωζώνη και να επιστρέψουμε στη δραχμή. Άλλωστε, αν καταγγείλουμε το χρέος, όπως προανέφερα, δεν υπάρχει και άλλος δρόμος, δεδομένου ότι το ΔΝΤ και οι αγορές θα κλείσουν τις πόρτες τους για μας. Με την πολιτική των μνημονίων, μας λένε ότι το 2014 “θα βγούμε και πάλι στις αγορές”! Παρηγορηθήκαμε! Πού θα φθάσει το χρέος;
Επίσης, με την πολιτική των μνημονίων θεωρώ αναποτελεσματική την προσπάθειά μας να βγούμε από τη βαθειά ύφεση χωρίς τα εργαλεία της νομισματικής, συναλλαγματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Τα δύο πρώτα τα απεμπολήσαμε με την είσοδό μας στην ευρωζώνη, ενώ το τρίτο δεν μπορεί να θεωρηθεί διαθέσιμο, δεδομένων των ήδη μεγάλων ελλειμμάτων και του υψηλού χρέους της Ελλάδος. Για την ακρίβεια, όχι μόνο δεν μπορεί να είναι επεκτατική η δημοσιονομική πολιτική, αλλά είναι και συσταλτική, δηλαδή αντίθετη από αυτή που πρέπει, λόγω των επιβληθέντων μέτρων λιτότητας. Η δε συναλλαγματική πολιτική είναι το ίδιο παράλογη, λόγω των ανατιμήσεων του ευρώ από το καλοκαίρι του 2010 και μετά. Δηλαδή, από τη μια φτωχαίνουμε και από την άλλη προσφέρουμε όλο και πιο ακριβά τα προϊόντα μας (όπως τον τουρισμό) προς τις χώρες εκτός ευρωζώνης! Έτσι, η ανεργία απειλεί να φθάσει σύντομα στο 25%! Και τότε οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες θα είναι καταστροφικές. Πολλοί συμπολίτες μας θα εξοντωθούν. Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να απασχολεί τόσο τους κυβερνώντες όσο το πότε θα ξαναβγούμε στις αγορές για να αυξήσουμε το χρέος! Αλλά, αν δεν βγούμε από την ύφεση, τότε πώς θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία απαιτούνται για την αποπληρωμή του χρέους; Είναι φανερό, νομίζω, ότι η πολιτική των μνημονίων είναι αντιφατική και άρα αναξιόπιστη.

Τέταρτον, ως συνέχεια του προηγουμένου, η χώρα χρειάζεται να αντιμετωπίσει με δική της νομισματική και συναλλαγματική πολιτική την οικονομική κρίση, η οποία όλο και χειροτερεύει (με την ανεργία να έχει φθάσει στο πρωτάκουστο 16,2% τον περασμένο Μάρτιο), εφαρμόζοντας την κλασική συνταγή: “Σε μια κρίση, δάνειζε χωρίς τόκο!” (“During crisis discount freely!”, βλ. R. Dornbusch και S. Fischer, 1996, Macroeconomics, 6-th Εd., McGraw-Hill, New York, σ. 412-413, και M. Friedman and A. Schwartz, 1963, A Monetary History of the United States, 1867-1960, Princeton University Press, Princeton, NJ, σ. 395). Με τα άτοκα αυτά δάνεια, οι επιχειρήσεις που τώρα δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους και οδηγούνται στη χρεοκοπία και στο κλείσιμο θα παραμείνουν στην αγορά. Το ίδιο και οι προμηθευτές τους, οι οποίοι τώρα κινδυνεύουν να κλείσουν. Έτσι, η οικονομική δραστηριότητα θα ξαναβρεί τον κανονικό ρυθμό της. Το κόστος της εξόδου από την ευρωζώνη θα είναι ο πληθωρισμός και η απώλεια των γνωστών πλεονεκτημάτων που μας παρέχει το κοινό νόμισμα. Αν, όμως, συνεχίσουμε έτσι, τότε και την Ελλάδα θα χάσουμε (εφόσον το ξεπούλημα σε τιμή ευκαιρίας έχει ήδη αρχίσει) και στο τέλος πάλι εκτός ευρωζώνης θα βρεθούμε! Γιατί, λοιπόν, όχι από τώρα, σώζοντας έτσι την Ελλάδα;
Ας σημειωθεί ότι υπάρχει ομοφωνία κεϊνσιανών και μονεταριστών για την παραπάνω συνταγή. Κατά τους μονεταριστές Friedman και Schwartz, κατά τη μεγάλη πτώση του χρηματιστηρίου στις ΗΠΑ τον Οκτώβριο του 1929 η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) απέτυχε να λειτουργήσει ως δανειστής εσχάτης ανάγκης, διότι άφησε περισσότερες από 600 εμπορικές τράπεζες να κλείσουν. Ο λόγος γι’ αυτήν την αποτυχία, λένε οι ίδιοι, ήταν ότι οι περισσότεροι από τους τότε υπευθύνους της Fed δεν καταλάβαιναν(!) ότι το κλείσιμο τραπεζών μπορεί να οδηγήσει σε τραπεζικούς πανικούς, στο κλείσιμο ακόμη περισσοτέρων τραπεζών, σε σοβαρή μείωση της προσφοράς χρήματος και σε οικονομική κρίση. Δυστυχώς, αυτά όλα συνέβησαν. Από το 1929 μέχρι και το 1933 έκλεισε το ένα τρίτο των τραπεζών (πάνω από 9.000 τράπεζες), η προσφορά χρήματος μειώθηκε κατά ένα τρίτο και ακολούθησε η Μεγάλη Κρίση (βλ. M. Friedman and A. Schwartz, έ.α., σ. 11, 308-309, 358 και 438). Το παράδειγμα αυτό δείχνει την ισχύ της νομισματικής πολιτικής, την οποία εμείς στερούμεθα, λόγω συμμετοχής στην ευρωζώνη.
Ωστόσο, η Μεγάλη Κρίση του '30 έγινε μάθημα για τη Fed. Έτσι, κατά τη μεγάλη πτώση (κατά 22,6%) του δείκτη τιμών του χρηματιστηρίου της “Μαύρης Δευτέρας” (19-10-1987), η Fed λειτούργησε ως δανειστής εσχάτης ανάγκης. Συγκεκριμένα, ο τότε πρόεδρος της, Αλαν Γκρίνσπαν, ανακοίνωσε (και άρχισε αμέσως να υλοποιεί) τα εξής: “Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα, συνεπής με τις ευθύνες της ως η κεντρική τράπεζα του έθνους, βεβαίωσε σήμερα την ετοιμότητά της να λειτουργήσει ως πηγή ρευστότητας, για να στηρίξει το οικονομικό και το χρηματοοικονομικό σύστημα” (“Wall Street Journal”, 21-10-1987, σ. 1). Βεβαίως, εν έτει 1987, η πιθανότητα να συνέβαινε το ίδιο με ό,τι συνέβη κατά τη δεκαετία του 1930, αν δεν παρενέβαινε η Fed, ήταν πολύ μικρότερη, λόγω της υπάρξεως της ασφάλειας των καταθέσεων, την οποία παρέχει η εταιρεία FDIC από το 1934 και μετά. Παρά ταύτα, όμως, η παρέμβαση της Fed ορθώς κρίθηκε από πολλούς αναλυτές ως απαραίτητη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προς τις αγορές.

Πέμπτον, αν επιστρέψουμε στη δραχμή, η νέα ισοτιμία δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, αλλά θα πρέπει αρχικά να καθοριστεί αναπροσαρμόζοντας την παλαιά (340,75 δρχ. ανά ευρώ) με βάση τις διαφορές που παρατηρήθηκαν από το 2002 μέχρι σήμερα στους ρυθμούς πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και του μέσου όρου των εμπορικών μας εταίρων, όπως υπαγορεύει η σχετική θεωρία της ισοδυναμίας των αγοραστικών δυνάμεων (ΡΡΡ). Οι διαφορές στους ρυθμούς πληθωρισμού αντανακλούν τις διαφορές στους ρυθμούς αυξήσεως των ονομαστικών μισθών σε σχέση με τους ρυθμούς αυξήσεως της παραγωγικότητας της εργασίας μεταξύ ημεδαπής και αλλοδαπής. Δεδομένου ότι οι διαφορές στους ρυθμούς πληθωρισμού δεν ήταν πολύ μεγάλες τα τελευταία δέκα χρόνια, έπεται ότι η νέα ισοτιμία δεν θα είναι διπλάσια και τριπλάσια της παλαιάς, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της πολιτικής των μνημονίων, αλλά λίγο μεγαλύτερη από την παλαιά. Έτσι, το δραχμοποιημένο εσωτερικό χρέος δεν θα διπλασιασθεί, ούτε θα τριπλασιασθεί, όπως λένε εσφαλμένα, αλλά θα υπολογισθεί σύμφωνα με τη νέα αυτή ισοτιμία.

Έκτον, λόγω του πληθωρισμού, ο οποίος είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσει την επιστροφή στη δραχμή, η πραγματική αξία του ήδη δραχμοποιημένου εσωτερικού χρέους θα μειωθεί. Και αυτό που λήγει θα μπορούμε να το αποπληρώνουμε με πληθωρικές δραχμές! Βεβαίως, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να υποστούμε τις γνωστές συνέπειες του πληθωρισμού. Για παράδειγμα, τις αποταμιεύσεις μας θα τις φάει ο πληθωρισμός! Ωστόσο, αν θέλουμε να κρατήσουμε την Ελλάδα μας (και όχι να την ξεπουλήσουμε σε τιμή ευκαιρίας) και επιπλέον να βγούμε από τη φοβερή ύφεση και τον τρομακτικό φαύλο κύκλο του χρέους, δανειζόμενοι απλώς και μόνο για να πληρώνουμε τοκοχρεολύσια, τότε δεν βλέπω άλλη αξιοπρεπή λύση από την επιστροφή στη δραχμή.

Έβδομον, ένας κίνδυνος τον οποίο ορθώς επισημαίνουν οι υποστηρικτές της πολιτικής των μνημονίων είναι ότι η επιστροφή στη δραχμή θα συνοδευτεί από μια “επιδρομή στις τράπεζες” για μαζικές αναλήψεις, καθώς και από μία μαζική έξοδο κεφαλαίων στο εξωτερικό. Αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συμβεί, αν η επιστροφή στη δραχμή δεν γίνει σωστά. Μπορεί, ωστόσο, να αποφευχθεί, με την προϋπόθεση ότι θα ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου και ότι η επιστροφή στη δραχμή θα γίνει με πάσα μυστικότητα και απότομα, και όχι μετά από διαβούλευση και συζήτηση επί μακρόν στα τηλεοπτικά παράθυρα. Μετά τις απαραίτητες τεχνικές αλλαγές, πρέπει να ανακοινωθεί και να υλοποιηθεί απότομα και αφού θα έχουν ληφθεί και άλλα μέτρα, για να αποφευχθεί η φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Έτσι έγινε η μεγάλη υποτίμηση του 1953, κατόπιν παραγγελίας του τότε υπουργού Συντονισμού Σ. Μαρκεζίνη. Τόση ήταν η μυστικότητα που ο Ξενοφών Ζολώτας, μέλος τότε της Νομισματικής Επιτροπής, η οποία απεφάσισε την υποτίμηση, δεν το είπε ούτε στον πατέρα του, ο οποίος ήταν χρυσοχόος και την προηγουμένη της υποτιμήσεως πώλησε χρυσό και πήρε δραχμές! Μετά έλεγε στον γιο του: “Τι πάθαμε, βρε παιδί μου!” (“Το Βήμα”, 11-4-1993, σ. Δ11, και “Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος: 1928-1978”, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1978, σ. 391).

Όγδοον, πρέπει να καταβληθεί κάθε τίμια και δημοκρατική προσπάθεια να γίνουν διαρθρωτικές αλλαγές, οι οποίες θα έχουν ως στόχο τη μείωση του ρόλου του κράτους, την καταπολέμηση της αναξιοκρατίας, της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, την κατάργηση φορολογικών αντικινήτρων, καθώς και τη βελτίωση των υποδομών, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι οι εν λόγω διαρθρωτικές αλλαγές δεν πρέπει να αποβαίνουν εις βάρος των ελευθεριών του λαού, όπως έχουν κάνει πρόσφατα με τον "αντιρατσιστικό" (αλλά ανελεύθερο και αντισυνταγματικό) νόμο και θέλουν να κάνουν με την (επίσης αντισυνταγματική και ανελευθέρα) "Κάρτα του Πολίτη."

Ένατον, ένα πρόσφατο δημοσίευμα στο διαδίκτυο του δημοσιογράφου Δ. Κωνσταντακόπουλου, με τίτλο “Eυρωπαϊκή περιδίνηση”, λέγει τα εξής: Ενας πολύ γνωστός οικονομολόγος και παλαιός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, μου διηγήθηκε τις προάλλες έναν διάλογό του, πριν από πολλά χρόνια, με τον Ζακ Ντελόρ, από τους αρχιτέκτονες του Μάαστριχτ. Αυτός του ’πε, σχολιάζοντας τα σχέδια εισαγωγής, τότε, ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος: “Αυτό το πράγμα δεν βγαίνει. Βάλατε το κάρο μπροστά από το άλογο. Φτιάχνετε νόμισμα χωρίς κράτος”. Ο Ντελόρ τον κοίταξε καλά-καλά, ήπιε μια γουλιά από το ποτό που συνήθιζε τα απογεύματα και του απάντησε: “Mε περνάς για ηλίθιο; Ασφαλώς και δεν γίνεται. Φτιάχνουμε το νόμισμα, ώστε, όταν έρθει η κρίση, να αναγκαστούν οι Ευρωπαίοι να φτιάξουν και το κράτος”.
Το ότι ο κύριος στόχος της ιδρύσεως της ευρωζώνης είναι η προώθηση της παγκοσμιοποιήσεως είναι βεβαίως γνωστό εδώ και δεκαετίες (βλ. π.χ. “New York Times”, 5 Ιουνίου 1989, σ. D10, και “Το Βήμα”, 2-7-1989, σ. 42). Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Ξ. Ζολώτα (Το Βήμα, 31-3-1991, σ. Δ6-Δ7): Η οικονομική, νομισματική και πολιτική ένωση αποτελούν τις τρεις βασικές επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίες βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πλήρης και τελεία οικονομική ένωση όπως επίσης πλήρης και τελεία νομισματική ή πολιτική ένωση, χωρίς και την ταυτόχρονη ολοκλήρωση και των δύο άλλων διαδικασιών.
Τα γεγονότα από τα μέσα του 2009 και μετά βοούν ότι η κρίση κατασκευάστηκε σκοπίμως για να προωθηθεί η παγκοσμιοποίηση και η Νέα Τάξη Πραγμάτων, την οποία βλέπουμε τώρα να επιβάλλεται διά πυρός και σιδήρου! Οι λαοί δεν ρωτώνται ούτε καν ποιος θα είναι ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως! Έβαλαν κάποιον κ. H. van Rompuy, τον οποίο δικαίως ο βρετανός ευρωβουλευτής Nigel Farage ρώτησε: “Ποιος είσαι; Ποιος σε ψήφισε;” (βλ. Youtube). Ούτε φυσικά ρωτώνται οι λαοί αν εγκρίνουν ή όχι τις πολιτικές υποτέλειας, απεμπολήσεως της εθνικής κυριαρχίας και των παραδοσιακών τους αξιών. Αν, δε, τολμήσουν να προβάλλουν κάποια δικαιολογημένη διαμαρτυρία, τότε κτυπώνται αλύπητα, όπως συνέβη πρόσφατα στην Αθήνα.

Δέκατον, ως συνέχεια του προηγουμένου, μία πρόσφατη είδηση λέγει τα εξής: Με την Οδηγία 12267, χάριν των ομοφυλοφίλων, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατήργησε τη λέξη “μητέρα”, διότι θεωρήθηκε σεξιστική στερεοτυπία! Μάλιστα, συνέστησε ο όρος να παρακάμπτεται, καθώς η έννοιά της είναι ανασταλτική για την ισότητα των φίλων. Στην Ελβετία δεν αναγνωρίζονται οι λέξεις “μητέρα” και “πατέρας”, καθώς ανήκουν στην κατηγορία των καλουμένων “εννοιών διακρίσεων”! Έτσι, οι δύο έννοιες περιγράφονται από τη φράση “γονεϊκά μέρη” και χωρίζονται σε “α'” και “β'”, αφού οι γονείς μπορούν στο εξής να είναι είτε “γυναίκα-άντρας”, είτε “άντρα-άντρας”, είτε “γυναίκα-γυναίκα”! Μάλιστα, η κ. Isabel Kamber, υποδιευθύντρια του γερμανικού τομέα της Κεντρικής Γλωσσικής Υπηρεσίας της ομοσπονδιακής καγκελαρίας της Ελβετίας τόνισε: “Η οδηγία είναι υποχρεωτική προκειμένου περί υπηρεσιακών δημοσιευμάτων και εγγράφων”! (βλ. διαδίκτυο και “Ορθόδοξος Τύπος”, της 13-5-11, σελ. 1).
Έχουμε ακούσει και στο παρελθόν ότι παρόμοιες “οδηγίες”, νόμοι κτλ. υπαγορεύονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση χάριν της παγκοσμιοποιήσεως και της ετοιμαζομένης παγκοσμίου κυβερνήσεως, η οποία αναμένεται να είναι η χειροτέρα δικτατορία όλων των εποχών. Αν αληθεύουν όλες αυτές οι ειδήσεις, τότε τίθεται πλέον θέμα αν θέλουμε να ανήκουμε σε μία τέτοια "οικογένεια". Νομίζω ότι είναι καιρός για αλλαγή πλεύσεως.
[Παρακαλώ, κάποιο τεχνικό πρόβλημα δεν επιτρέπει να ανοίξει η σελίδα. Γι'αυτό κάντε ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ/ΕΠΙΚΟΛΗΣΗ της παραπάνω σελίδας στον φυλλομετρητή σας].