Ο ΜΕΓΑΛΎΤΕΡΟΣ ΝΑΌΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

 

Ο  ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ  ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ




Α’ Τίτλος :     Ο  ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ  ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
Υπότιτλος :                          ΚΑΙ  ΟΙ  ΠΟΛΥΑΡΙΘΜΟΙ  ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ 
                                                               ΤΗΣ ΥΠΟΓΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
                                                         ΣΤΟ  ΜΙΣΤΙ  ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Β’ Τίτλος :                              Άγιε μου Βλάση κι Άγιε μου Βασίλη,
                                                                                                  λιάρωσέ με

Συγγραφέας :                                    Μαρία  Παπαδοπούλου

Είδος :                                            Μονογραφία ιστορικής έρευνας
Διαστάσεις - Σελίδες :       17 x 24,5 cm - 228 σελίδες- έγχρωμο, με σκληρό εξώφυλλο
Εξώφυλλο :                                   Μαρία Παπαδοπούλου
Προλογισμοί :                               Κωνσταντίνος Νίγδελης
                                                         Καλλιόπη Αλιβάνογλου – Παπάγγελου
                                                         Συμεών Κοιμίσγολου
Contact:                                   info2.dm.papadop@gmail.com
                                                         Τηλεμάχου 22, Λάρισα 
                                                                  6985 709 712

ΕΚΔΌΣΕΙΣ :             ΙΠΠΟΜΑΧΕΙΑ, σειρά ΕΛΛΗΝΙΣΜΌΣ
e-mail :                                info2.dm.papadop@gmail.com
τηλ. επικοιν. :           + 30  2410 610 437,  φαξ : +30 2413 505 …
2η  Έκδοση :  2011
ISBN :      978 – 960 – 93 – 3261 - 3
Copyright  ©  2011   Μαρία Απ. Παπαδοπούλου





Το βιβλίο τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού

                                                     Περίληψη :                                                          




Δελτίο Τύπου και δημοσίευση στη σελίδα του ΜΟΥΣΕΊΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΎ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΎ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗΣ  και τον ερευνητή συγγραφέα Κώστα Νίγελη.



Ο  ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ  
ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Υπότιτλος :  ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΑΡΙΘΜΟΙ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ ΤΗΣ ΥΠΟΓΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
ΣΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Β’τίτλος :  Άγιε μου Βλάση κι Άγιε μου Βασίλη, λιάρωσέ με
Συγγραφέας :   Μαρία Παπαδοπούλου



Κειμηλιακό βιβλίο για τον Ελληνισμό. Μια περιεκτική μονογραφία ιστορικής έρευνας για την ξακουστή ως Μεγάλη Εκκλησία της Ανατολίας. Παρουσιάζεται για πρώτη φορά, ο πρώτος ευμεγέθης υπέργειος Ορθόδοξος ναός που αποτολμήθηκε να ανεγερθεί στην Καππαδοκία του 19ου αιώνα, ενώ δεν ίσχυαν καν ακόμη τα οθωμανικά διατάγματα που έδιδαν κάποιες ελευθερίες σε μη-μουσουλμανικούς ναούς. Αναφορές από σπάνια χειρόγραφα και ιστορικά βιβλία διαπιστεύονται από πρόσφατες πραγματολογικές και ιδεολογικές πληροφορίες. 
Περιγράφονται οι τεχνικές που εφαρμόστηκαν για να ξεπεραστούν οι εκπληκτικές δυσκολίες που είναι κοινές για όλους τους ναούς που χτίστηκαν πριν και μετά στην αγιοτόκο γη της Καππαδοκίας. Το ίδιο κοινές είναι και οι τεχνικές πληροφορίες, η αρχιτεκτονική αντίληψη, η δομική μηχανική, η προέλευση και η κατεργασία των υλικών, η διαρρύθμιση και η αγιογράφηση. Καταγράφονται μαζί με τον αρχιτεκτονικό ρυθμό, την αποτύπωση και τις τοπολογικές συνθήκες, και αποτελούν πλέον χρήσιμο πηγαίο αρχείο. Τεκμηριώνεται το άγνωστο όνομα του (ενός) Αγίου στον οποίο αφιερώθηκε αρχικά ο ναός, ενώ παράλληλα, αναφέρονται και οι υπόλοιποι λατρευτικοί χώροι της υπόγειας πολιτείας στον ίδιο οικισμό. 
Ο ναός ξεχώριζε σαν οδικός φάρος από μακριά για τους οδοιπόρους που περνούσαν από τους μεγάλους δρόμους της Καισάρειας, της Νίγδης και της Νεάπολης. Δεσπόζει ακόμη, στο χωριό Μιστί, την βυζαντινή ακριτική κώμη Μισθεία. Είναι η αρχαία πόλη Μίσθη που κατοικήθηκε από το 401 π.Χ περίπου και υπήρξε όλους τους αιώνες ως και το 1923 ελληνόφωνος και, πιθανότατα στην πλειονότητά του, αμιγώς ελληνογενής οικισμός. Αποτέλεσε θρησκευτικό πόλο όλων των Χριστιανών της Ανατολίας, που τον επισκέπτονταν σε τακτική βάση ?όπως δείχνουν οι μαρτυρίες. Προσέλκυε πιστούς από τις γύρω περιοχές, προσκυνητές που έρχονταν για κάποιο τάμα, αρρώστους -ακόμη και Τούρκους- που προσέρχονταν για να εγκοιμηθούν και να προσευχηθούν για ένα θαύμα, φυγάδες που διώκονταν από τις αρχές, μετανάστες που όφειλαν κάποιο τάμα στον Aγιο, καθώς και αναχωρητές πριν το χατζηλίκι τους στους Αγίους Τόπους. 
Ιδιαίτερα φημίζονταν όμως διότι, από τα χρόνια της εξελληνισμένης αυτοκρατορίας της Ρωμανίας που ακόμη λειτουργούσαν τους Αγίους στους λατρευτικούς χώρους της υπόγειας πολιτείας, είχε καθιερωθεί ήδη μια περίφημη διήμερη γιορτή που ελάμβανε χώρα κάθε Πρωτοχρονιά. Το θρησκευτικό επίκεντρο ήταν η απόδοση τιμής στους δυο αγαπημένους Αγίους της εποχής, τον Aγιο Βλάσιο και τον Aγιο Βασίλειο. 
Ωστόσο, η γιορτή συνοδεύονταν με πλήθος από χριστιανικά έθιμα αλλά και πολιτιστικά και αθλητικά δρώμενα. Κάποια έθιμα και δρώμενα αποτελούν αναβιώσεις αρχαίων ελληνικών εθίμων...



Ένα κειμηλιακό συγγραφικό, και αξιοζήλευτο λογοτεχνικό, έργο αφήνει στην ελληνική βιβλιογραφία η συγγραφέας. Το βιβλίο πραγματεύεται ένα εξαιρετικό αρχιτεκτονικό μνημείο, την ξακουστή ως Μεγάλη Εκκλησία. Αναφορές από σπάνια χειρόγραφα και βιβλία αποτελούν τα διαπιστευτήρια από την εποχή που κτίσθηκε ο ναός ότι θεωρήθηκε ως ο μεγαλύτερος στην Καππαδοκία της χριστιανικής Ανατολίας. Είναι ο πρώτος ευμεγέθης ορθόδοξος ναός που αποτολμήθηκε να ανεγερθεί τον 19ο αιώνα στα μέρη εκείνα. Οι διαστάσεις, το ύψος και  τα χαρακτηριστικά του, ξεπερνούν τους αυστηρούς περιορισμούς της ισχύουσας οθωμανικής νομοθεσίας, τις εκπληκτικές τεχνικές δυσκολίες αλλά και την οικονομική δυνατότητα των φτωχών κατοίκων του οικισμού Μιστί. Στο βιβλίο, τα ντοκουμέντα αυτά συνοδεύονται με πρόσθετες ιστορικές, πραγματολογικές και ιδεολογικές πληροφορίες. Με βάση αυτές τεκμηριώνεται το όνομα του Αγίου στον οποίο αφιερώθηκε αρχικά ο ναός, αφού η Παράδοση αυτή έφτασε στις μέρες μας εκπληκτικά συγκεχυμένη. Παράλληλα, δεν παραλείπεται να καταγραφούν και οι υπόλοιποι λατρευτικοί χώροι της υπόγειας πολιτείας του ίδιου οικισμού που, όπως και οι άλλες πολιτείες της Καππαδοκίας, μέχρι τον προηγούμενο αιώνα αναπτύσσονταν υπόγεια.


Οπωσδήποτε, η συγγραφέας δεν είναι δυνατόν να μην δει τον ναό και με το κριτικό μάτι του μηχανικού. Διατυπώνει για πρώτη φορά τον πλήρη ορισμό του αρχιτεκτονικού ρυθμού του ναού, ενώ παρατηρεί μελετά και περιγράφει την τοπολογία, την αρχιτεκτονική αντίληψη της εποχής, τη συγκεκριμένη δομική μηχανική, τη διαρρύθμιση και την αγιογράφηση. Αναφέρεται σε τεχνικές με τις οποίες ξεπεράστηκαν τα τεχνικά προβλήματα της κατασκευής. Οι πληροφορίες που καταγράφει για τις συνθήκες, τα υλικά και τον τρόπο κατεργασίας των υλικών που χρησιμοποιούνται, και γενικά σε ό,τι αφορά  στα τεχνικά στοιχεία του έργου, αποτελούν χρήσιμο πληροφοριακό αρχείο για όλους γενικά τους ναούς της περιοχής.
Το βιβλίο πλαισιώνεται και με ιστορικές και λαογραφικές πληροφορίες για το χωρίο Μιστί, όπου και η Μεγάλη Εκκλησία, που κατοικήθηκε από τους αρχαίους χρόνους. Υπήρξε όλα τα χρόνια ελληνόφωνος και, πιθανότατα στην πλειονότητά του, αμιγώς ελληνογενής οικισμός. Το γεγονός αυτό, συντέλεσε ώστε ο ναός να καταστεί θρησκευτικός πόλος όλων των Χριστιανών της Ανατολίας, που τον επισκέπτονταν σε τακτική βάση –όπως δείχνουν οι μαρτυρίες.  Προσέλκυε πιστούς από τις γύρω περιοχές, προσκυνητές που έρχονταν για κάποιο τάμα, αρρώστους –ακόμη και Τούρκους- που προσέρχονταν για να εγκοιμηθούν και να προσευχηθούν για το θαύμα του Αγίου. Οι οδοιπόροι που περνούσαν από τους μεγάλους δρόμους της Καισάρειας και της Νεάπολης, να φυγάδες που διώκονταν από τις αρχές, μετανάστες που όφειλαν κάποιο τάμα στον Άγιο, καθώς και αναχωρητές πριν το χατζηλίκι τους στους Αγίους Τόπους. 
Από τα χρόνια της εξελληνισμένης αυτοκρατορίας της Ρωμανίας που ακόμη λειτουργούσαν τους Αγίους στους λατρευτικούς χώρους της υπόγειας πολιτείας, είχε καθιερωθεί ήδη μια περίφημη διήμερη γιορτή που ελάμβανε χώρα κάθε Πρωτοχρονιά. Το θρησκευτικό επίκεντρο ήταν η απόδοση τιμής στους δυο αγαπημένους Αγίους της εποχής, τον Άγιο Βλάσιο και τον Άγιο Βασίλειο. Ωστόσο, η γιορτή συνοδεύονταν με πλήθος από χριστιανικά έθιμα αλλά και πολιτιστικά και αθλητικά δρώμενα. Κάποια έθιμα και δρώμενα  αποτελούσαν αναβιώσεις αρχαίων εθίμων. Πληροφορίες για όλα αυτά τα στοιχεία παρουσιάζονται συνθετικά στο βιβλίο με συνολικό αποτέλεσμα.


Ως συγγραφικό έργο, το βιβλίο αποσπά ήδη εξαιρετικές κριτικές από πολλούς συγγραφείς και επιστήμονες : «Έλειπε ένα σπουδαίο βιβλίο για την ξακουστή Μεγάλη Εκκλησία της πολυσέβαστης Καππαδοκίας, από τη μέχρι σήμερα ιστορική βιβλιογραφία, για τον πολιτισμό του Ελληνισμού. Με το βιβλίο της η Μαρία αναπλήρωσε ένα κενό…» λέγει η κ.Κ.Αλιβάνογλου (συγγραφέας), «…για τη θαυμαστή αυτή εκκλησία που, δέσποζε και δεσπόζει στο τοπίο της Ανατολής …στην ιερή γη της Καππαδοκίας, τη γειτονιά του Θεού και  χώρα των Αγίων….» συναινεί ο κ Σ.Κοιμίσογλου (συγγραφέας).

Μεταξύ αυτών, αξιολογείται με τις καλύτερες κριτικές κι από έναν κορυφαίο ερευνητή στο είδος, έναν πολυγραφότατο συγγραφέα με προσφορά πέραν των 45 βιβλίων στην ελληνική βιβλιογραφία, τον κ. Κ.Νίγδελη (συγγραφέας, δ/ντής μουσείου προσφυγικού ελληνισμού), που λέγει : «Είναι μια εξαιρετική δουλειά, ένα εργώδες εγχείρημα που προσλαμβάνει πραγματικά αξιοζήλευτα χαρακτηριστικά ενός πολύτιμου κειμηλίου για την μικρασιατική βιβλιογραφία…για την ιστορία του τόπου μας και την παράδοση, καθώς και ενός γνωστικού θησαυρού για όλους εμάς που ασχολούμαστε με τον χώρο. Εγχείρημα που προσλαμβάνει ακόμη και εθνικές διαστάσεις αφού αποτελεί έναν αδιάψευστο μάρτυρα της αιώνιας ελληνικότητας… μια δουλειά στην οποία διαχέεται από την αρχή έως το τέλος το ασίγαστο πάθος για την πατρίδα της… αλλά και που διαπνέεται από ειλικρίνεια, αυθορμησία, ευαισθησία και ειλικρινή αγάπη για τα εκεί δρώμενα. Με μια απλότητα στην έκφραση και το ύφος, την αποφυγή στόμφου και εξάρσεων, σε συνδυασμό με μια διάχυτη λυρική διάθεση, μια ζεστή κουβέντα που μιλά κατ’ ευθείαν στην καρδιά του αναγνώστη. Μια καλοδουλεμένη, ζωντανή και πλούσια αφήγηση, δίχως ακρότητες, που κινητοποιεί όλο τον ψυχικό κόσμο… σε ένα πόνημα το οποίο παραδίδει η συγγραφέας του στο αναγνωστικό κοινό, έτσι απλά και αφοπλιστικά…».

Ως λογοτεχνικό έργο, το βιβλίο εξελίσσεται σε ένα ταλαντούχο είδος μονογραφίας που ερευνά και εξετάζει διεξοδικά όλα τα στοιχεία που αφορούν στα δημιουργήματα αυτά. Πραγματεύεται το συγκεκριμένο θέμα από διάφορους χώρους (επιστήμη, τέχνη, λαογραφία, κοινωνία, πολιτική), αποδίδοντας με σαφήνεια την πειθώ της γράφοντος. Με εξαιρετική ευχέρεια και απλό ύφος,  παρουσιάζει τους προβληματισμούς που διατηρεί η Προφορική Ιστορία για την περιοχή και τους κατοίκους. Συγκεντρώνει και αναλύει όσο το δυνατόν πληρέστερα τα πραγματολογικά, τα αρχιτεκτονικά - μηχανικά, τα διοικητικά, τα εθιμικά και τα ιδεολογικά στοιχεία που σχετίζονται με τη δημιουργία και τη λειτουργία του ναού. Έτσι, στοιχεία αποδεικτικού, αφηγηματικού και στοχαστικού δοκιμίου, όλα μαζί και με έναν εξαιρετικό συνθετικό τρόπο από τη συγγραφέα Μαρία Παπαδοπούλου, ενσωματώνουν τα δεδομένα και τη λογική και παρουσιάζουν το αποτέλεσμα μιας περιεκτικής μονογραφίας ιστορικής έρευνας.

Η Μαρία Παπαδοπούλου είναι Πολιτικός Μηχανικός και υποψήφια διδάκτορας σεισμικής μηχανικής του Πολυτεχνείου. Εργάζεται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας – Στερεάς Ελλάδας.  Στον δημόσιο τομέα δούλεψε και αποκόμισε πολυετή εμπειρία στα δημόσια έργα, ενώ προηγουμένως στον ιδιωτικό τομέα εργάσθηκε πάνω στη μελέτη και κατασκευή οικοδομών σε ιδιωτική επιχείρηση που ίδρυσε και διατήρησε για μια περίπου δεκαετία. Κατόπιν παιδαγωγικών σπουδών δίδαξε στην εκπαίδευση, ενώ ασχολήθηκε σε βάθος και με αρκετά ακόμη διαφορετικά αντικείμενα. Παρά το φορτωμένο επαγγελματικό και ακαδημαϊκό πρόγραμμα, δεν παρέλειπε δραστηριότητες για την ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό πολιτισμό. Μετείχε, εκπροσώπησε, προήδρευσε ακόμη και ίδρυσε μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς και πολιτιστικούς συλλόγους. Εκτός των πρωτοβάθμιων σωματείων (νυν Πρόεδρος συλλόγου Μιστιωτών Καππαδοκίας Ο ΆΓΙΟΣ ΒΑΣΊΛΕΙΟΣ, Δ/ντρια συλλόγου Ο ΘΕΤΤΑΛΌΣ, κ.λπ.), ενεργοποιήθηκε στα δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, διατελώντας πρόεδρος της Εξελεγκτικής Επιτροπής στην Πανελλήνια Ένωση Καππαδοκικών Σωματείων (ΠΕΚΣ) καθώς και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος (ΟΠΣΕ) την οποία εκπροσώπησε κι ως πρόεδρος της Eφορείας Κεντρικής Ελλάδος. Είναι, επίσης, μέλος σε Επιμελητήρια,  επιστημονικές επιτροπές (επιστημονικές επιτροπές ΤΕΕ, επιτροπή παρακολούθησης σεισμογράφων Ε.ΠΑ.Δ.ΕΠ.) και πνευματικούς φορείς (Ένωση Συγγραφέων, Μουσείο Προσφυγικού Ελληνισμού).

Λατρεύει την ιστορία και τις αξίες του Ελληνισμού. Καλείται ως ομιλήτρια και εισηγήτρια σε μέσα ενημέρωσης, εκδηλώσεις και ημερίδες. Περισσότερα από εκατόν ενενήντα (190) άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και σε (τεχνικά κυρίως) περιοδικά. Ποιήματά της  εμφανίζονται  σε ομαδικές συλλογές, ενώ έχει συμμετάσχει περιστασιακά σε ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής και μοντέρνας αφίσας. 


Με ευγενική χορηγία του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού