Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

άρθρο : Ελλάδα, Δύση και στρατηγικά ψευδοδιλήμματα

του Γεωργίου Ε. Σέκερη


Αφότου συνεστήθη, το νεοελληνικό κράτος αναζητεί στηρίγματα και πρότυπα – στον ευρωπαϊκό χώρο αρχικά, και εν συνέχεια στον ευρύτερο ευρωατλαντικό. Χάρις δε στον δυτικό αυτόν προσανατολισμό και παρά τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις μας – συνήθως οφειλόμενες σε δικές μας αδυναμίες και αστοχίες – επιτύχαμε την εδαφική επέκταση, τη γεωπολιτική εδραίωση και, σε σημαντικό βαθμό, τον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας μας.Τον τελευταίο, ωστόσο, καιρό πυκνώνουν στον δημόσιο διάλογο τα φληναφήματα περί αναζήτησης «εναλλακτικών στρατηγικών συμμαχιών». Οι οποίες, μετά από αποκρυπτογράφηση της σχετικής φιλολογίας – και εφόσον αντιπαρέλθουμε την εκφεύγουσα της κοινής λογικής και παραπέμπουσα στην Αλβανία του Χότζα «κινεζική λύση», ή τα περί συνεργασίας με τους Ιρανούς αγιατολάδες παρανοϊκά – περιορίζονται στην εξής μία: το πάλαι ποτέ αποκαλούμενο «ξανθό γένος».

Βέβαια, σε ό,τι αφορά στη στάση της Ρωσίας έναντι των ελληνικών συμφερόντων τα διδάγματα της ιστορίας, παλαιότερης και πρόσφατης δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Κατά καιρούς, ο Τούρκος υπήρξε ασφαλώς o κοινός μας εχθρός. Όμως, το γνωμικό «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» έχει όλως σχετική ισχύ. Ο «Μόσκοβος» χρησιμοποίησε ανέκαθεν τους εντόπιους Σλάβους ως μέσο προώθησης της επιρροής του στα Βαλκάνια – εκ των πραγμάτων εις βάρος του Ελληνισμού. Και συνακόλουθα επιχείρησε συστηματικά να υποσκάψει και τον οικουμενικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Μετά δε τον Β! Παγκόσμιο Πόλεμο ανεδείχθη σε θανάσιμη απειλή κατά της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας της ελληνικής επικράτειας. Ενώ, ούτε επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, ούτε εν συνεχεία, οι δικές μας επιλογές επηρέασαν ποσώς τις σχέσεις του με την Τουρκία Οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ περιόδων σύγκρουσης και προσέγγισης – και, κατά τα λοιπά, διανύουν αυτή τη στιγμή φάση αύξουσας συνεργασίας.
***
Μήπως, όμως, παρά τις απαισιόδοξες αυτές διαπιστώσεις, το σημερινό διεθνές περιβάλλον ευνοεί τη σύναψη μιας στενής ελληνορωσικής στρατηγικής σύμπραξης, επ’ ωφελεία των εθνικών μας συμφερόντων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συναρτάται προφανώς με τα δύο κρίσιμα ζητούμενα που είναι, αφ΄ ενός, οι δυνατότητες της Ρωσίας και, αφ’ ετέρου, οι διαθέσεις της.
Ως προς τις τελευταίες αυτές διαθέτουμε ανησυχητικά δείγματα γραφής. Συνεπής προς την ειρημμένη παραδοσιακή της πρακτική σε σχέση με το σλαβικό στοιχείο της περιοχής μας, η Μόσχα έσπευσε να αναγνωρίσει μεταξύ των πρώτων τα Σκόπια ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» – αγνοώντας τους φραστικούς κεραυνούς του τότε προέδρου της δημοκρατίας Κ. Καραμανλή. Και, έχοντας ασφαλώς κατά νουν τις σχέσεις της με την Άγκυρα – πολύ σημαντικότερες γι’ αυτήν από τις ελληνορωσικές, τόσο υπό γεωπολιτικό, όσο και υπό οικονομικό πρίσμα – αλλά και τις αεροναυτικές της σκοπιμότητες, αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί έναντι των ελληνικών θέσεων για το εύρος των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου στο Αιγαίο. Ενώ, η κυπριακή πολιτική της αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στην απόσπαση της Μεγαλονήσου από τη δυτική επιρροή και, κατά συνέπειαν, έχει διαχρονικά αντιταχθεί στην ένωση έστω και μέρους της Κύπρου με την Ελλάδα.
Ωστόσο, ακόμη και αν το επιθυμούσε, η Ρωσία δεν θα ήταν σε θέση να αποβεί αξιόπιστο στρατηγικό έρεισμα για τη χώρα μας. Δεν είναι πλέον και δεν πρόκειται – τουλάχιστον στο ορατό μέλλον – να ξαναγίνει «υπερδύναμη». Παραμένει ασφαλώς το μόνο κράτος που διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο συγκρίσιμο με το αμερικανικό. Πλην όμως, ως έχουν σήμερα τα πράγματα, τα πυρηνικά, ενώ αποτελούν εγγύηση ασφάλειας έναντι ενδεχόμενου εισβολέα, δεν προσφέρονται για προβολή ισχύος εκτός συνόρων. Δεν είναι δηλαδή χρησιμοποιήσιμα ως μέσο πίεσης ή ακόμη λιγότερο παρέμβασης στα διεθνή δρώμενα. Κάτι που οι Αμερικανοί έχουν από καιρό αντιληφθεί – με επακόλουθο να δίνουν όλο και μεγαλύτερη έμφαση στις συμβατικές τους δυνάμεις.
Με τις αντίστοιχες ρωσικές, όμως, να παρουσιάζουν κρίσιμες αδυναμίες – όπως κατέδειξαν και οι επιχειρήσεις του Αυγούστου 2008 στον Καύκασο. Ενώ, συγκρινόμενη με τις ΗΠΑ, αλλά και με την ανερχόμενη Κίνα, η Ρωσική Ομοσπονδία υστερεί καθοριστικά ως προς άλλους δύο, μείζονες συντελεστές ισχύος: τον δημογραφικό και τον οικονομικό. Καθώς ο πληθυσμός της, μόλις 143 εκατομμύρια στα μέσα της δεκαετίας – άνω του 10% των οποίων συγκροτούν οι, κατά κύριο λόγο στον ανήσυχο Βόρειο Καύκασο διαβιούντες, Μουσουλμάνοι – προβλέπεται να έχει, έως το 2030, συρρικνωθεί ακόμη και στα 115 εκατομμύρια. Ενώ οικονομικά παραμένει δέσμια των υδρογονανθράκων και των πρώτων υλών της – γεγονός που, σε συνδυασμό και με τις θεσμικές της αδυναμίες, την καθηλώνει στην κατηγορία των «αναπτυσσόμενων» χωρών.
Τι είδους στρατηγική στήριξη θα ήταν, επομένως, σε θέση να μας προσφέρει η υπαρκτή αυτή Ρωσία – σε αντιδιαστολή με την υποθετική ευφάνταστων σεναριογράφων; Εφόσον δεν αντιβαίνουν στις νατοϊκές και ευρωκοινοτικές δεσμεύσεις μας, ενέργειες, όπως η κατά το δυνατόν στενότερη συνεργασία με τη Μόσχα στον τομέα της ενέργειας και γενικότερα της οικονομίας, η επιλεκτική ελληνορωσική διπλωματική σύμπραξη, και η, σύμφωνα με τις ανάγκες μας, προμήθεια ρωσικού πολεμικού υλικού για τις ένοπλες δυνάμεις μας, ασφαλώς ενδείκνυνται. Δεν συνιστούν όμως εναλλακτική, έναντι του δυτικού μας προσανατολισμού, στρατηγική επιλογή.
***
Με άλλες λέξεις, η Δύση αποτελεί το μόνο ασφαλές αγκυροβόλιο για το ελληνικό σκάφος. Το ΝΑΤΟ, με άξονα την αμερικανική υπερδύναμη, εξακολουθεί να δεσπόζει στρατηγικά στην ευρύτερη περιοχή μας – και συνεπώς επηρεάζει καθοριστικά το πλαίσιο διαχείρισης των εθνικών μας θεμάτων. Ενώ η οδυνηρή οικονομική και όχι μόνο περιπέτεια που διερχόμαστε έχει καταστήσει εμφανή και στον πιο απληροφόρητο τη σημασία της Κοινοτικής Ευρώπης για την Ελλάδα.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι και οι δύο θεσμικοί πυλώνες του ευρω-ατλαντικού κόσμου δοκιμάζονται – ο ευρωπαϊκός μάλιστα περισσότερο από τον διατλαντικό. Η αξιοπιστία της Ατλαντικής Συμμαχίας ως φορέα συλλογικής ασφάλειας στο παγκοσμιοποιημένο διεθνές περιβάλλον κρίνεται εν πολλοίς στο αφγανικό εγχείρημα. Και η χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε τις οργανικές αδυναμίες του ευρωκοινοτικού οικοδομήματος. Το πιθανότερο ωστόσο είναι ότι ΝΑΤΟ και ΕΕ θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν τον κεντρικό ρόλο τους στις ευρωατλανικές εξελίξεις, καθότι ουσιαστικά αναντικατάστατα. Εν πάση δε περιπτώσει, η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που έχουν το μεγαλύτερο συμφέρον οι δύο αυτοί δυτικοί φορείς να μακροημερεύσουν. Η αμερικανική υπερδύναμη είναι, προφανώς, σε θέση να στηρίξει τα παγκόσμια συμφέροντά της εν ανάγκη και χωρίς τη σύμπραξη των Ευρωπαίων συμμάχων της. Ορισμένα δε ευρωκοινοτικά κράτη – κατ’ εξοχήν, η Βρετανία, η Γερμανία, και η Γαλλία – διαθέτουν αρκετούς πόρους, ώστε να διεκδικήσουν αυτοδύναμα ουσιαστικό μερίδιο επιρροής στον διεθνή στίβο. Για την Ελλάδα, όμως η δυτική αλληλεγγύη είναι αποφασιστικής σημασίας. Η συμμετοχή μας στους δυτικούς φορείς μάς προσφέρει αναντικατάστατο δίχτυ ασφαλείας και καθοριστικής σημασίας προσαύξηση διεθνούς ειδικού βάρους. Όσοι υποτιμούν τα οφέλη αυτά πάσχουν από γεωπολιτική τύφλωση.
Υπό το πρίσμα δε αυτό, ιδιαίτερα επιζήμιος είναι ο άκριτος αντιαμερικανισμός – συνήθως αιχμή του δόρατος ενός ευρύτερου αντιδυτισμού – που δυστυχώς περισσεύει στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Και αντιλαμβάνεται μεν κανείς την αγωνιώδη προσπάθεια των νοσταλγών της σοβιετίας να καλλιεργήσουν στην κοινή γνώμη αντιαμερικανικά και γενικότερα αντιδυτικά ανακλαστικά ως σωσίβιο για τα κατά τα άλλα καταποντισθέντα ιδεολογήματά τους. Εκπλήσσουν, όμως, όσοι υιοθετούν και προπαγανδίζουν τις αυτοκαταστροφικές αυτές δοξασίες εν ονόματι, υποτίθεται, του ελληνικού εθνικού συμφέροντος. Δίνουν την εικόνα ανθρώπου που πριονίζει το κλαδί στο οποίο κάθεται.
Διότι το ελληνικό εθνικό συμφέρον είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δυτική μας ταυτότητα – νατοϊκή και κοινοτική. Η Ελλάδα επέτυχε μεταπολεμικώς την οικονομική της ανάπτυξη – και απέφυγε την τραγική μοίρα των βόρειων γειτόνων μας – σε πολύ μεγάλο βαθμό χάρις, αρχικά στη διμερή αμερικανική και, μέσω των έργων υποδομής, τη νατοϊκή στήριξη, και εν συνεχεία στον πακτωλό που εισέρρευσε παντοιοτρόπως από την Κοινοτική Ευρώπη. Σήμερα δε και πάλι η Δύση – Αμερικανοί και Ευρωπαίοι δια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και, κυρίως, η ΕΕ – έρχεται αρωγός μιας ελληνικής οικονομίας, η οποία, με δική μας πρωτίστως ευθύνη, βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεωκοπίας. Και η οποία, εν απουσία της αρωγής αυτής, θα είχε ήδη καταβαραθρωθεί – συμπαρασύροντας και την εσωτερική πολιτική και κοινωνική μας τάξη, αλλά και τη διεθνή θέση της χώρας μας.
***
Τουλάχιστον εξ ίσου πολύτιμα, ωστόσο, είναι τα πλεονεκτήματα που η παρουσία μας στους δυτικούς θεσμούς μάς προσέφερε επί δεκαετίες και εξακολουθεί να μας προσφέρει και μεταψυχροπολεμικώς έναντι των γεωπολιτικών μας εταίρων ή ανταγωνιστών – αρκεί να τα αξιοποιούμε.
Επί παραδείγματι, πριν από δέκα οκτώ χρόνια, η ΕΕ μας παρουσίασε λύση του προβλήματος των Σκοπίων καλύπτουσα το σύνολο των ουσιαστικών μας ανησυχιών. Την απορρίψαμε, με αποτέλεσμα η «σκοπιανοποίηση» της εξωτερικής μας πολιτικής να μας στερήσει, μεταξύ άλλων, της δυνατότητας να ασκήσουμε την αναλογούσα στον ελληνικό παράγοντα και ανταποκρινόμενη στα ελληνικά συμφέροντα επιρροή κατά τη διαμόρφωση της νέας βαλκανικής σκηνής. Ενώ, και σήμερα, σημαντικότατος μοχλός στη διάθεσή μας για την προώθηση τής – λιγότερο, σημειωτέον, ικανοποιητικής από εκείνη του «πακέτου Πινέιρο» – ρύθμισης του Σκοπιανού που διαπραγματευόμαστε.υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών είναι η νατοϊκή και ευρωκοινοτική μας ιδιότητα και ειδικότερα το εξ αυτής απορρέον «βέτο».
Η ιδιότητα δε αυτή προσλαμβάνει όλως ιδιαίτερη βαρύτητα προκειμένου για τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Μιλώντας την 23η Ιανουαρίου 1987 στη Βουλή, ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου – ένας πολιτικός, τον οποίο δύσκολα θα χαρακτήριζε κανείς «φιλοατλαντικό» – δήλωνε τα ακόλουθα: «Είναι βέβαιο ότι...η [ελληνοτουρκική] σύγκρουση θα ήταν περίπου αναπόφευκτη, εάν η Ελλάδα έβγαινε από το ΝΑΤΟ.» Εννοώντας, προφανώς, ότι το νατοϊκό πλέγμα, με την καθοριστική συμμετοχή των ΗΠΑ, λειτουργεί αποτρεπτικά έναντι ακραίων τουρκικών ενεργειών εναντίον μας. Ενώ, σε μικρότερο ασφαλώς βαθμό, στη συγκράτηση των Τούρκων έχει συμβάλει και η φιλοδοξία τους να ενταχθούν στην Κοινοτική Ευρώπη.
Ωστόσο, η δυτική επιρροή επί της Άγκυρας έχει όρια – και τα τελευταία μάλιστα χρόνια βαίνει φθίνουσα. Ιδίως μετά τη δεύτερη εκλογική του νίκη τον Ιούλιο 2007, το κυβερνών πολιτικό Ισλάμ ανέπτυξε δεσμούς με ομόδοξές του, υπό ευρεία έννοια, κυβερνήσεις, τις οποίες η Δύση αντιμετωπίζει καχύποπτα ή και ως ενεργό κίνδυνο. Τον «νεο-οθωμανισμό» δε αυτόν του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης ευνοεί σε επίπεδο λαϊκής ψυχολογίας, πέραν της θρησκευτικής συγγένειας, και η – ευεξήγητη, κατά τα άλλα, και, κατά την άποψη του γράφοντος, δικαιολογημένη – απροθυμία των Κοινοτικών Ευρωπαίων να στέρξουν στην τουρκική ένταξη.
Η τουρκική κυβερνητική ηγεσία αρνείται, βέβαια, ότι τα κίνητρά της είναι θρησκευτικά ή ότι στρέφει τα νώτα στον δυτικό κόσμο. Υποστηρίζει ότι η Τουρκία παραμένει πιστός νατοϊκός σύμμαχος, ότι προσβλέπει πάντοτε στην ευρωκοινοτική της ένταξη – και ότι απλώς διεκδικεί ρόλο αντίστοιχο προς την αύξουσα οικονομική και στρατιωτική της ισχύ και γεωπολιτικό βάρος. Ενέργειες, όμως, όπως η θεαματική σκλήρυνση της τουρκικής στάσης της έναντι του Ισραήλ, το καλόπιασμα των απεχθών στους Δυτικούς ηγετών του Σουδάν και της Τεχεράνης, και, πιο πρόσφατα, η ενεργός τουρκική ανάμειξη στο Ιρανικό κατά τρόπο εξ αντικειμένου ανταγωνιστικό των δυτικών θέσεων και χειρισμών τούς θέτουν προ οξέων διεθνοπολιτικών διλημμάτων. Ενώ μένει να φανεί κατά πόσον η Άγκυρα διαθέτει επαρκές εκτόπισμα, ώστε να αψηφά επί μακρόν την Ουάσιγκτον και τη Δύση γενικότερα ατιμωρητί. Με την αμφίσημη, σημειωτέον, και ριψοκίνδυνη αυτή πολιτική να προκαλεί αύξουσες ανησυχίες, αλλά και να βάλλεται όλο και περισσότερο, και εντός της ίδιας της Τουρκίας.
Η αντιπαράθεση δε αυτή περί τις τουρκικές εξωτερικές επιλογές παρουσιάζει προφανές ενδιαφέρον και για τη χώρα μας. Πλέον επιθυμητή από τη σκοπιά μας έκβαση θα ήταν η παραμονή της γείτονος στον ευρύτερο δυτικό χώρο, με παράλληλη ρύθμιση των ευρω-τουρκικών σχέσεων κατά τρόπο που η Άγκυρα να προσδεθεί μεν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς ωστόσο να αποκτήσει την υπέρογκη επιρροή στα κέντρα κοινοτικών αποφάσεων, που, λόγω των μεγεθών της, θα εξασφάλιζε ως πλήρες μέλος. Ευτυχώς δε μια τέτοια εξέλιξη είναι και η πιθανότερη. Διότι, η Τουρκία μάλλον δεν αντέχει την έξοδο από το δυτικό σύστημα – και άλλωστε τυχόν κίνηση του πρωθυπουργού Ερντογάν προς αυτή την κατεύθυνση θα προκαλούσε την αποσταθεροποίηση και πιθανώς και την ανατροπή της κυβέρνησής του. Ενώ, στο κλίμα ιδίως που έχει δημιουργήσει η χρηματοπιστωτική και θεσμική κρίση στους κόλπους της ΕΕ, η «ειδική σχέση» τείνει να καταστεί μονόδρομος. Βέβαια, στην – απίθανη, πρέπει και πάλι να τονισθεί – περίπτωση που θα απομακρυνόταν από τη Δύση, η Τουρκία θα απέβαινε σαφώς πιο απρόβλεπτη και, υπό ελληνικό ειδικότερα πρίσμα, πιο επικίνδυνη. Από την άλλη, όμως, οι δυτικοί μας σύμμαχοι θα είχαν τότε πρόσθετους λόγους να μας στηρίξουν.
***
Εν κατακλείδι: Η μόνη ρεαλιστική επιλογή για την Ελλάδα στον διεθνή χώρο είναι η ευρω-ατλαντική. Αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις δεν υφίστανται. Ωστόσο, ο δυτικός μας προσανατολισμός μακράν απέχει του να αποτελεί πανάκεια. Η απόδοσή του θα εξαρτηθεί από την ικανότητά μας να τον εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο εθνικής στρατηγικής – η επιτυχής, όμως, υλοποίηση της οποίας προϋποθέτει την ανασύνταξη των εθνικών μας δυνάμεων και ειδικότερα την αναμόρφωση του προβληματικού ελληνικού κράτους.



http://www.diplomatikoperiskopio.com/index.php?option=com_content&view=article&id=571:2010-06-03-09-36-22&catid=45:2008-05-31-14-23-49&Itemid=72



Δεν υπάρχουν σχόλια: